douleur
- la douleur => ο πόνος
Exemples:
1. La douleur a disparu après le comprimé. – Ο πόνος εξαφανίστηκε μετά το χάπι.
2. Elle décrit une douleur vive. – Περιγράφει έναν οξύ πόνο.
3. La douleur du deuil s’apaise avec le temps. – Ο πόνος του πένθους ηρεμεί με τον χρόνο.
4. Une douleur sourde l’empêche de dormir. – Ένας υπόκωφος πόνος τον εμποδίζει να κοιμηθεί.
5. Il a crié de douleur. – Φώναξε από τον πόνο.
6. La douleur morale est parfois plus forte. – Ο ηθικός πόνος είναι κάποτε πιο δυνατός.
7. Elle gère la douleur avec des exercices. – Διαχειρίζεται τον πόνο με ασκήσεις.
8. Un antalgique calme la douleur. – Ένα αναλγητικό ηρεμεί τον πόνο.
9. La douleur de la séparation a duré. – Ο πόνος του χωρισμού κράτησε.
10. Ils ont évalué la douleur sur une échelle. – Αξιολόγησαν τον πόνο σε μια κλίμακα.
11. La douleur chronique fatigue. – Ο χρόνιος πόνος κουράζει.
12. La douleur au genou l’arrête. – Ο πόνος στο γόνατο τον σταματά.
13. Une douleur soudaine l’a alarmée. – Ένας ξαφνικός πόνος την ανησύχησε.
14. Après l’opération, la douleur est normale. – Μετά την επέμβαση, ο πόνος είναι φυσιολογικός.
15. La douleur a un rôle d’alerte. – Ο πόνος έχει ρόλο συναγερμού.
16. Il a appris à vivre avec la douleur. – Έμαθε να ζει με τον πόνο.
17. La douleur thoracique exige un avis médical. – Ο πόνος στο στήθος απαιτεί ιατρική γνώμη.
18. La douleur articulaire revient par temps froid. – Ο αρθρικός πόνος επιστρέφει με κρύο καιρό.
19. Elle a parlé de sa douleur sans pudeur. – Μίλησε για τον πόνο της χωρίς ντροπή.
20. La douleur de l’autre le touche. – Ο πόνος του άλλου τον αγγίζει.
