doute
- le doute => η αμφιβολία
Exemples:
1. Le doute s’est installé. – Η αμφιβολία εγκαταστάθηκε.
2. Elle n’a aucun doute sur sa décision. – Δεν έχει καμία αμφιβολία για την απόφασή της.
3. Le doute bénéficie à l’accusé. – Η αμφιβολία ωφελεί τον κατηγορούμενο.
4. Un doute raisonnable reste. – Μένει μια εύλογη αμφιβολία.
5. Il a dissipé le doute. – Διέλυσε την αμφιβολία.
6. Le doute plane sur cette affaire. – Η αμφιβολία πλανάται πάνω σε αυτή την υπόθεση.
7. Sans doute arrivera-t-il demain. – Χωρίς αμφιβολία θα φτάσει αύριο.
8. Elle a exprimé un doute. – Εξέφρασε μια αμφιβολία.
9. Le doute n’est plus permis. – Η αμφιβολία δεν επιτρέπεται πια.
10. Un léger doute l’a retenue. – Μια ελαφρά αμφιβολία την κράτησε.
11. Ils ont levé le doute par un test. – Έλυσαν την αμφιβολία με ένα τεστ.
12. Le doute amène à vérifier. – Η αμφιβολία οδηγεί στην επαλήθευση.
13. En cas de doute, abstenez-vous. – Σε περίπτωση αμφιβολίας, απέχετε.
14. Le doute de soi le paralyse. – Η αυτοαμφιβολία τον παραλύει.
15. Elle a mis en doute ses propos. – Αμφισβήτησε τα λόγια του.
16. Le doute a cédé à la certitude. – Η αμφιβολία υποχώρησε στη βεβαιότητα.
17. Hors de doute, il a raison. – Εκτός αμφιβολίας, έχει δίκιο.
18. Le doute scientifique fait avancer la recherche. – Η επιστημονική αμφιβολία προχωρά την έρευνα.
19. Le doute méthodique de Descartes est célèbre. – Η μεθοδική αμφιβολία του Καρτέσιου είναι διάσημη.
20. Sans doute, la vérité finira par sortir. – Χωρίς αμφιβολία, η αλήθεια θα βγει στο τέλος.
