Dictionnaire français - grec

espoir

ελπίδα

  • le espoir => l’espoir

Exemples:

1. L’espoir d’une pluie a disparu. – Η ελπίδα βροχής χάθηκε.
2. Elle garde l’espoir. – Κρατά την ελπίδα.
3. L’espoir des supporters est immense. – Η ελπίδα των οπαδών είναι τεράστια.
4. Un espoir fragile reste. – Μένει μια εύθραυστη ελπίδα.
5. Il a perdu tout espoir. – Έχασε κάθε ελπίδα.
6. Elle donne de l’espoir aux malades. – Δίνει ελπίδα στους αρρώστους.
7. L’espoir est permis. – Η ελπίδα επιτρέπεται.
8. Un jeune espoir du tennis s’entraîne ici. – Ένα νέο ταλέντο του τένις προπονείται εδώ.
9. L’espoir d’un emploi le tient. – Η ελπίδα μιας δουλειάς τον κρατά.
10. Sans espoir, rien n’avance. – Χωρίς ελπίδα, τίποτα δεν προχωρά.
11. Ils ont fondé leur espoir sur ce plan. – Στήριξαν την ελπίδα τους σε αυτό το σχέδιο.
12. Contre tout espoir, il a réussi. – Ενάντια σε κάθε ελπίδα, πέτυχε.
13. L’espoir collectif a soulevé la foule. – Η συλλογική ελπίδα σήκωσε το πλήθος.
14. L’espoir d’un monde plus juste demeure. – Η ελπίδα ενός δικαιότερου κόσμου μένει.
15. Un dernier espoir les a poussés. – Μια τελευταία ελπίδα τους έσπρωξε.
16. L’espoir d’une récolte meilleure revient. – Η ελπίδα καλύτερης σοδειάς επιστρέφει.
17. L’espoir du retour l’habite. – Την κατοικεί η ελπίδα της επιστροφής.
18. L’espoir d’un accord anime les négociations. – Η ελπίδα μιας συμφωνίας ζωντανεύει τις διαπραγματεύσεις.
19. L’espoir de guérison s’éloigne. – Η ελπίδα θεραπείας απομακρύνεται.
20. Elle a osé un espoir. – Τόλμησε μια ελπίδα.