Dictionnaire français - grec

esprit

πνεύμα

  • le esprit => l’esprit = το πνεύμα

Exemples:

1. L’esprit de l’équipe est excellent. – Το πνεύμα της ομάδας είναι εξαιρετικό.
2. Elle a l’esprit vif. – Έχει ζωηρό πνεύμα.
3. L’esprit critique s’enseigne. – Το κριτικό πνεύμα διδάσκεται.
4. L’esprit de la loi importe plus que la lettre. – Το πνεύμα του νόμου μετράει περισσότερο από το γράμμα.
5. Il a perdu l’esprit un instant. – Έχασε το πνεύμα του για μια στιγμή.
6. L’esprit scientifique guide la recherche. – Το επιστημονικό πνεύμα οδηγεί την έρευνα.
7. Elle a de l’esprit. – Έχει πνεύμα.
8. Un esprit libre refuse les dogmes. – Ένα ελεύθερο πνεύμα αρνείται τα δόγματα.
9. L’esprit de la fête a gagné tout le monde. – Το πνεύμα της γιορτής κέρδισε τους πάντες.
10. Sans esprit d’équipe, rien n’avance. – Χωρίς ομαδικό πνεύμα, τίποτα δεν προχωρά.
11. L’esprit humain reste un mystère. – Το ανθρώπινο πνεύμα μένει μυστήριο.
12. Elle a l’esprit pratique. – Έχει πρακτικό πνεύμα.
13. Ils ont gardé l’esprit ouvert. – Κράτησαν ανοιχτό πνεύμα.
14. L’esprit des lieux est fort ici. – Το πνεύμα του τόπου είναι δυνατό εδώ.
15. Un bel esprit anime le salon. – Ένα ωραίο πνεύμα ζωντανεύει το σαλόνι.
16. L’esprit de contradiction l’habite. – Τον κατοικεί πνεύμα αντίφασης.
17. L’esprit d’escalier lui est familier. – Το πνεύμα της σκάλας του είναι οικείο.
18. Un esprit malin a caché les clés. – Ένα πονηρό πνεύμα έκρυψε τα κλειδιά.
19. L’esprit des lois de Montesquieu est célèbre. – Το Πνεύμα των νόμων του Μοντεσκιέ είναι διάσημο.
20. L’esprit de géométrie s’oppose à l’esprit de finesse. – Το γεωμετρικό πνεύμα αντιτίθεται στο πνεύμα λεπτότητας.