εμπειρία
- la expérience => l’expérience = η εμπειρία
Exemples:
1. L’expérience professionnelle compte. – Η επαγγελματική εμπειρία μετράει.
2. Elle a une grande expérience. – Έχει μεγάλη εμπειρία.
3. L’expérience de laboratoire a réussi. – Το εργαστηριακό πείραμα πέτυχε.
4. Une mauvaise expérience l’a marquée. – Μια κακή εμπειρία τη σημάδεψε.
5. L’expérience de la vie l’a rendu prudent. – Η εμπειρία της ζωής τον έκανε συνετό.
6. Il manque d’expérience. – Του λείπει εμπειρία.
7. Elle partage son expérience. – Μοιράζεται την εμπειρία της.
8. L’expérience scientifique a été reproduite. – Το επιστημονικό πείραμα αναπαράχθηκε.
9. Un stage donne de l’expérience. – Μια πρακτική δίνει εμπειρία.
10. Sans expérience, le poste est dur. – Χωρίς εμπειρία, η θέση είναι δύσκολη.
11. L’expérience de ce voyage l’a changée. – Η εμπειρία αυτού του ταξιδιού την άλλαξε.
12. Ils ont tenté l’expérience. – Δοκίμασαν το πείραμα.
13. Elle a capitalisé sur son expérience. – Αξιοποίησε την εμπειρία της.
14. Un manque d’expérience se voit. – Η έλλειψη εμπειρίας φαίνεται.
15. Ils ont tiré les leçons de l’expérience. – Έβγαλαν τα μαθήματα της εμπειρίας.
16. L’expérience utilisateur guide le design. – Η εμπειρία χρήστη οδηγεί τον σχεδιασμό.
17. L’expérience client s’améliore. – Η εμπειρία πελάτη βελτιώνεται.
18. L’expérience amère sert encore. – Η πικρή εμπειρία χρησιμεύει ακόμη.
19. L’expérience humaine traverse le roman. – Η ανθρώπινη εμπειρία διατρέχει το μυθιστόρημα.
20. L’expérience de pensée de Galilée est célèbre. – Το νοητικό πείραμα του Γαλιλαίου είναι διάσημο.
