πίστη
- la foi
Exemples:
1. Elle a perdu la foi. – Έχασε την πίστη.
2. La foi le soutient. – Η πίστη τον στηρίζει.
3. Ils ont agi de bonne foi. – Ενέργησαν καλόπιστα.
4. La foi religieuse marque sa vie. – Η θρησκευτική πίστη σημαδεύει τη ζωή της.
5. J’ai foi en toi. – Έχω πίστη σε σένα.
6. La foi des ancêtres se transmet. – Η πίστη των προγόνων μεταδίδεται.
7. Il a gardé la foi malgré tout. – Κράτησε την πίστη παρ’ όλα αυτά.
8. La foi n’empêche pas le doute. – Η πίστη δεν εμποδίζει την αμφιβολία.
9. Elle a agi de mauvaise foi. – Ενέργησε κακόπιστα.
10. La foi en l’avenir revient. – Η πίστη στο μέλλον επιστρέφει.
11. Sans foi ni loi, rien ne tient. – Χωρίς πίστη ούτε νόμο, τίποτα δεν στέκεται.
12. La foi sincère se voit. – Η ειλικρινής πίστη φαίνεται.
13. Elle a retrouvé la foi. – Ξαναβρήκε την πίστη.
14. La foi commune unit le groupe. – Η κοινή πίστη ενώνει την ομάδα.
15. La foi du charbonnier est simple. – Η απλοϊκή πίστη είναι απλή.
16. Une profession de foi a été lue. – Διαβάστηκε μια δήλωση πίστης.
17. La foi du témoin a été mise en doute. – Η αξιοπιστία του μάρτυρα αμφισβητήθηκε.
18. Je n’en crois rien, ma foi. – Δεν πιστεύω λέξη, μα την πίστη μου.
19. La foi peut déplacer des montagnes, dit-on. – Η πίστη μπορεί να μετακινήσει βουνά, λένε.
20. Ils ont prêté serment sur leur foi. – Ορκίστηκαν στην πίστη τους.
