Dictionnaire français - grec

grain

σπόρος

  • le grain

Exemples:

1. Le grain de semence a germé. – Ο σπόρος φύτρωσε.
2. Elle a planté le grain. – Φύτεψε τον σπόρο.
3. Le grain de moutarde est minuscule. – Ο σπόρος μουστάρδας είναι μικροσκοπικός.
4. Ils ont conservé le grain. – Διατήρησαν τον σπόρο.
5. Le grain d’orge sert à la bière. – Ο σπόρος κριθαριού χρησιμεύει στη μπίρα.
6. Un grain de riz reste. – Μένει ένας κόκκος ρυζιού.
7. Le grain de lin nourrit. – Ο σπόρος λιναριού τρέφει.
8. Elle a moulu le grain. – Άλεσε τον σπόρο.
9. Le grain de sésame parfume. – Ο σπόρος σουσαμιού αρωματίζει.
10. Sans grain, le champ reste nu. – Χωρίς σπόρο, το χωράφι μένει γυμνό.
11. Le grain de tournesol attire les oiseaux. – Ο σπόρος ηλίανθου προσελκύει τα πουλιά.
12. Ils ont vendu le grain. – Πούλησαν τον σπόρο.
13. Le grain de pavot orne le pain. – Ο σπόρος παπαρούνας στολίζει το ψωμί.
14. Un sac de grain pèse. – Ένας σάκος σπόρου ζυγίζει.
15. Le grain de quinoa cuit vite. – Ο σπόρος κινόα ψήνεται γρήγορα.
16. Elle a choisi le grain. – Διάλεξε τον σπόρο.
17. Le grain de chia gonfle. – Ο σπόρος τσία φουσκώνει.
18. Ils ont stocké le grain. – Αποθήκευσαν τον σπόρο.
19. Le grain de sarrasin est breton. – Ο σπόρος φαγόπυρου είναι βρετονικός.
20. Après le grain, la farine. – Μετά τον σπόρο, το αλεύρι.