Dictionnaire français - grec

ironie

ειρωνεία

  • la ironie => l’ironie

Exemples:

1. L’ironie de ce film sauve. – Η ειρωνεία αυτής της ταινίας σώζει.
2. Elle a de l’ironie. – Έχει ειρωνεία.
3. L’ironie de l’histoire amuse. – Η ειρωνεία της ιστορίας διασκεδάζει.
4. Ils ont manqué l’ironie. – Έχασαν την ειρωνεία.
5. L’ironie socratique enseigne. – Η σωκρατική ειρωνεία διδάσκει.
6. Une ironie douce désarme. – Μια γλυκιά ειρωνεία αφοπλίζει.
7. L’ironie du sort pèse. – Η ειρωνεία της μοίρας βαραίνει.
8. Elle a parlé avec ironie. – Μίλησε με ειρωνεία.
9. L’ironie romantique se discute. – Η ρομαντική ειρωνεία συζητιέται.
10. Sans ironie, le débat s’enlise. – Χωρίς ειρωνεία, η συζήτηση βαλτώνει.
11. L’ironie de ce geste touche. – Η ειρωνεία αυτής της χειρονομίας αγγίζει.
12. Ils ont salué l’ironie. – Χαιρέτησαν την ειρωνεία.
13. L’ironie du quotidien console. – Η ειρωνεία της καθημερινότητας παρηγορεί.
14. Une pointe d’ironie suffit. – Μια πινελιά ειρωνείας αρκεί.
15. L’ironie de l’autodérision désarme. – Η ειρωνεία της αυτοειρωνείας αφοπλίζει.
16. Elle a écrit avec ironie. – Έγραψε με ειρωνεία.
17. L’ironie n’excuse pas tout. – Η ειρωνεία δεν δικαιολογεί τα πάντα.
18. Ils ont partagé l’ironie. – Μοιράστηκαν την ειρωνεία.
19. L’ironie du silence parle. – Η ειρωνεία της σιωπής μιλά.
20. Après l’ironie, le sérieux. – Μετά την ειρωνεία, η σοβαρότητα.