Dictionnaire français - grec

fonction

λειτουργία, ρόλος

  • la fonction

Exemples:

1. La fonction de ce bouton n’est pas claire. – Η λειτουργία αυτού του κουμπιού δεν είναι σαφής.
2. Elle occupe une fonction importante. – Κατέχει μια σημαντική θέση.
3. La fonction publique recrute. – Η δημόσια υπηρεσία προσλαμβάνει.
4. Il a perdu sa fonction. – Έχασε τη θέση του.
5. La fonction de ce mot change selon le contexte. – Η λειτουργία αυτής της λέξης αλλάζει ανάλογα με το πλαίσιο.
6. Une nouvelle fonction a été créée. – Δημιουργήθηκε νέα λειτουργία.
7. La fonction mathématique est continue. – Η μαθηματική συνάρτηση είναι συνεχής.
8. Elle a une fonction de représentation. – Έχει λειτουργία εκπροσώπησης.
9. La fonction de l’art n’est pas unique. – Η λειτουργία της τέχνης δεν είναι μοναδική.
10. Sans fonction, le service s’arrête. – Χωρίς λειτουργία, η υπηρεσία σταματά.
11. La fonction vitale du cœur est connue. – Η ζωτική λειτουργία της καρδιάς είναι γνωστή.
12. Ils ont modifié la fonction. – Τροποποίησαν τη λειτουργία.
13. La fonction grammaticale de ce mot est sujet. – Η γραμματική λειτουργία αυτής της λέξης είναι υποκείμενο.
14. Une fonction honorifique lui a été donnée. – Του δόθηκε τιμητική θέση.
15. La fonction de filtre protège. – Η λειτουργία φίλτρου προστατεύει.
16. Elle a repris ses fonctions. – Ανέλαβε ξανά τα καθήκοντά της.
17. La fonction sociale de l’école est essentielle. – Η κοινωνική λειτουργία του σχολείου είναι ουσιώδης.
18. Ils ont défini la fonction. – Όρισαν τη λειτουργία.
19. La fonction de production a été délocalisée. – Η λειτουργία παραγωγής μεταφέρθηκε.
20. Après la réforme, la fonction change. – Μετά τη μεταρρύθμιση, η λειτουργία αλλάζει.