επαγγελματική κατάρτιση
- la formation professionnelle
Exemples:
1. La formation professionnelle ouvre des portes. – Η επαγγελματική κατάρτιση ανοίγει πόρτες.
2. Elle a choisi une formation professionnelle. – Διάλεξε επαγγελματική κατάρτιση.
3. La formation professionnelle en alternance plaît. – Η επαγγελματική κατάρτιση με μαθητεία αρέσει.
4. Ils financent la formation professionnelle. – Χρηματοδοτούν την επαγγελματική κατάρτιση.
5. La formation professionnelle des jeunes est prioritaire. – Η επαγγελματική κατάρτιση των νέων είναι προτεραιότητα.
6. Une formation professionnelle courte suffit. – Μια σύντομη επαγγελματική κατάρτιση αρκεί.
7. La formation professionnelle agricole manque. – Η αγροτική επαγγελματική κατάρτιση λείπει.
8. Elle a validé sa formation professionnelle. – Επικύρωσε την επαγγελματική κατάρτισή της.
9. La formation professionnelle continue complète le métier. – Η συνεχής επαγγελματική κατάρτιση συμπληρώνει το επάγγελμα.
10. Sans formation professionnelle, l’emploi est dur. – Χωρίς επαγγελματική κατάρτιση, η δουλειά είναι δύσκολη.
11. La formation professionnelle sanitaire recrute. – Η υγειονομική επαγγελματική κατάρτιση προσλαμβάνει.
12. Ils ont réformé la formation professionnelle. – Μεταρρύθμισαν την επαγγελματική κατάρτιση.
13. La formation professionnelle en apprentissage dure deux ans. – Η επαγγελματική κατάρτιση με μαθητεία κρατά δύο χρόνια.
14. Une formation professionnelle reconnue rassure. – Μια αναγνωρισμένη επαγγελματική κατάρτιση καθησυχάζει.
15. La formation professionnelle du bâtiment recrute. – Η επαγγελματική κατάρτιση των κατασκευών προσλαμβάνει.
16. Elle conseille une formation professionnelle. – Συμβουλεύει επαγγελματική κατάρτιση.
17. La formation professionnelle numérique progresse. – Η ψηφιακή επαγγελματική κατάρτιση προχωρά.
18. Ils ont ouvert un centre de formation professionnelle. – Άνοιξαν κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης.
19. La formation professionnelle n’est pas un second choix. – Η επαγγελματική κατάρτιση δεν είναι δεύτερη επιλογή.
20. Après la formation professionnelle, le contrat. – Μετά την επαγγελματική κατάρτιση, το συμβόλαιο.
