Dictionnaire français - grec

absurde

παραλογισμός

  • le absurde => l’absurde = ο παραλογισμός

Exemples:

1. La situation est absurde. – Η κατάσταση είναι αβσούρδη.
2. Cette idée est tout à fait absurde. – Αυτή η ιδέα είναι απόλυτα αβσούρδη.
3. Le comportement de mon frère est absurde. – Η συμπεριφορά του αδελφού μου είναι αβσούρδη.
4. Il est absurde de penser que cela fonctionnera. – Είναι αβσούρδη η σκέψη ότι αυτό θα funktionará.
5. La décision du gouvernement est absurde. – Η απόφαση της κυβέρνησης είναι αβσούρδη.
6. Cette histoire est complètement absurde. – Αυτή η ιστορία είναι απόλυτα αβσούρδη.
7. Le système est absurde et doit être changé. – Το σύστημα είναι αβσούρδη και πρέπει να αλλάξει.
8. Il est absurde de croire que tout ira bien. – Είναι αβσούρδη η πίστη ότι όλα θα πάνε καλά.
9. La situation économique est absurde. – Η οικονομική κατάσταση είναι αβσούρδη.
10. Cette règle est absurde et injuste. – Αυτή η κανόνα είναι αβσούρδη και άδικη.
11. Le monde est devenu absurde. – Ο κόσμος έχει γίνει αβσούρδη.
12. Il est absurde de vouloir changer le monde. – Είναι αβσούρδη η επιθυμία να αλλάξει ο κόσμος.
13. La vie est parfois absurde. – Η ζωή είναι κάποιες φορές αβσούρδη.
14. Cette expérience est absurde et dangereuse. – Αυτή η εμπειρία είναι αβσούρδη και επικίνδυνη.
15. Le système politique est absurde. – Το πολιτικό σύστημα είναι αβσούρδη.
16. Il est absurde de penser que l’on peut tout contrôler. – Είναι αβσούρδη η σκέψη ότι μπορούμε να ελέγχουμε τα πάντα.
17. La situation est devenueabsurde. – Η κατάσταση έχει γίνει αβσούρδη.
18. Cette idée est absurde et irrecevable. – Αυτή η ιδέα είναι αβσούρδη και απαράδεκτη.
19. Le comportement de certaines personnes est absurde. – Η συμπεριφορά ορισμένων ανθρώπων είναι αβσούρδη.
20. Il est absurde de croire que tout est possible. – Είναι αβσούνδη η πίστη ότι όλα είναι δυνατά.