συμφωνία
- le accord => l’accord = η συμφωνία
Exemples:
1. Le nouvel accord commercial entre les deux pays a été signé hier. – Η νέα εμπορική συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών υπογράφηκε χθες.
2. L’accord entre les deux entreprises a été officialisé lors d’une conférence de presse. – Η συμφωνία μεταξύ των δύο εταιρειών εκτελέστηκε επίσημα κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης Τύπου.
3. Le gouvernement a décidé de mettre fin à l’accord de non-agression. – Η κυβέρνηση αποφάσισε να τερματίσει τη συμφωνία μη επίθεσης.
4. Les deux pays ont signé un accord de coopération dans le domaine de la science. – Οι δύο χώρες υπέγραψαν μια συμφωνία συνεργασίας στον τομέα της επιστήμης.
5. L’accord de divorce a été signé par les deux époux. – Η συμφωνία διαζυγίου υπογράφηκε από τους δύο συζύγους.
6. Le nouvel accord de libre-échange entre les deux pays a été ratifié par le parlement. – Η neue συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών επικυρώθηκε από το κοινοβούλιο.
7. L’accord entre les deux sociétés a permis de créer un nouveau marché. – Η συμφωνία μεταξύ των δύο εταιρειών επέτρεψε τη δημιουργία μιας νέας αγοράς.
8. Le gouvernement a décidé de réviser l’accord de partenariat avec les autres pays. – Η κυβέρνηση αποφάσισε να αναθεωρήσει τη συμφωνία συνεργασίας με τις άλλες χώρες.
9. Les deux parties ont signé un accord de confidentialité. – Οι δύο μέρη υπέγραψαν μια συμφωνία εμπιστευτικότητας.
10. L’accord de prêt a été signé par les deux banques. – Η συμφωνία δανείου υπογράφηκε από τις δύο τράπεζες.
11. Le nouvel accord de travail a été signé par les syndicats et les employeurs. – Η νέα συμφωνία εργασίας υπογράφηκε από τους συνδικάτους και τους εργοδότες.
12. L’accord entre les deux pays a permis de renforcer la coopération économique. – Η συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών επέτρεψε την ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας.
13. Le gouvernement a décidé de mettre en œuvre l’accord de réduction des émissions de gaz à effet de serre. – Η κυβέρνηση αποφάσισε να εφαρμόσει τη συμφωνία μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
14. Les deux entreprises ont signé un accord de licence. – Οι δύο εταιρείες υπέγραψαν μια συμφωνία αδειών.
15. L’accord de paix a été signé par les deux parties en conflit. – Η συμφωνία ειρήνης υπογράφηκε από τα δύο μέρη σε σύγκρουση.
16. Le nouvel accord de commerce électronique a été mis en place. – Η νέα συμφωνία ηλεκτρονικού εμπορίου εφαρμόστηκε.
17. L’accord entre les deux pays a permis de créer un corridor commercial. – Η συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών επέτρεψε τη δημιουργία ενός εμπορικού διαδρόμου.
18. Les deux sociétés ont signé un accord de partenariat stratégique. – Οι δύο εταιρείες υπέγραψαν μια συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας.
19. Le gouvernement a décidé de réviser l’accord de coopération avec les organisations non gouvernementales. – Η κυβέρνηση αποφάσισε να αναθεωρήσει τη συμφωνία συνεργασίας με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις.
20. L’accord de fusion a été signé par les deux entreprises. – Η συμφωνία συγχώνευσης υπογράφηκε από τις δύο εταιρείες.
