εξαίρεση
- la exception => l’exception = η εξαίρεση
Exemples:
1. L’exception confirme la règle. – Η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα.
2. Elle a obtenu une exception. – Πήρε μια εξαίρεση.
3. L’exception prévue par la loi s’applique. – Η προβλεπόμενη από τον νόμο εξαίρεση εφαρμόζεται.
4. Une rare exception a été faite. – Έγινε μια σπάνια εξαίρεση.
5. Il n’y a pas d’exception. – Δεν υπάρχει εξαίρεση.
6. Elle est une exception dans sa famille. – Είναι μια εξαίρεση στην οικογένειά της.
7. Sans exception, tous sont venus. – Χωρίς εξαίρεση, ήρθαν όλοι.
8. Ils ont voté une exception. – Ψήφισαν μια εξαίρεση.
9. L’exception de ce cas est justifiée. – Η εξαίρεση αυτής της περίπτωσης δικαιολογείται.
10. Une seule exception suffit à tout changer. – Μια μόνη εξαίρεση αρκεί να τα αλλάξει όλα.
11. Elle refuse toute exception. – Αρνείται κάθε εξαίρεση.
12. Par exception, le magasin ouvre le dimanche. – Κατ’ εξαίρεση, το μαγαζί ανοίγει την Κυριακή.
13. L’exception n’est valable que cette année. – Η εξαίρεση ισχύει μόνο φέτος.
14. Ils ont dressé la liste des exceptions. – Κατάρτισαν τον κατάλογο των εξαιρέσεων.
15. L’exception culturelle française est débattue. – Η γαλλική πολιτιστική εξαίρεση συζητιέται.
16. L’exception fiscale attire les critiques. – Η φορολογική εξαίρεση προσελκύει κριτικές.
17. L’exception à la consigne doit être écrite. – Η εξαίρεση στον κανόνα πρέπει να είναι γραπτή.
18. L’exception linguistique de la région est connue. – Η γλωσσική εξαίρεση της περιοχής είναι γνωστή.
19. L’exception de procédure a été soulevée. – Η δικονομική ένσταση εγέρθηκε.
20. L’exception d’illégalité a été rejetée. – Η ένσταση παρανομίας απορρίφθηκε.
