Dictionnaire français - grec

équipement

εξοπλισμός

  • le équipement => l’équipement = ο εξοπλισμός

Exemples:

1. L’équipement de la salle est neuf. – Ο εξοπλισμός της αίθουσας είναι καινούργιος.
2. Elle a acheté un équipement de ski. – Αγόρασε εξοπλισμό σκι.
3. L’équipement militaire a été modernisé. – Ο στρατιωτικός εξοπλισμός εκσυγχρονίστηκε.
4. Un équipement de sécurité est obligatoire. – Ένας εξοπλισμός ασφαλείας είναι υποχρεωτικός.
5. Ils ont financé l’équipement de l’école. – Χρηματοδότησαν τον εξοπλισμό του σχολείου.
6. Elle vérifie l’équipement avant le départ. – Ελέγχει τον εξοπλισμό πριν την αναχώρηση.
7. L’équipement de la cuisine manque. – Ο εξοπλισμός της κουζίνας λείπει.
8. Un nouvel équipement a été livré. – Παραδόθηκε νέος εξοπλισμός.
9. Sans équipement, l’expérience est impossible. – Χωρίς εξοπλισμό, το πείραμα είναι αδύνατο.
10. L’équipement du laboratoire coûte cher. – Ο εξοπλισμός του εργαστηρίου κοστίζει ακριβά.
11. Ils louent l’équipement pour le week-end. – Νοικιάζουν τον εξοπλισμό για το σαββατοκύριακο.
12. L’équipement de montagne pèse lourd. – Ο ορειβατικός εξοπλισμός ζυγίζει πολύ.
13. Elle entretient l’équipement avec soin. – Συντηρεί τον εξοπλισμό με προσοχή.
14. Un défaut d’équipement a causé l’accident. – Ένα ελάττωμα εξοπλισμού προκάλεσε το ατύχημα.
15. L’équipement audio fonctionne mal. – Ο ηχητικός εξοπλισμός λειτουργεί άσχημα.
16. Ils ont renouvelé tout l’équipement. – Ανανέωσαν όλο τον εξοπλισμό.
17. L’équipement individuel de protection est fourni. – Ο ατομικός προστατευτικός εξοπλισμός παρέχεται.
18. L’équipement sportif de la ville vieillit. – Ο αθλητικός εξοπλισμός της πόλης γερνάει.
19. L’équipement électronique tombe souvent en panne. – Ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός χαλάει συχνά.
20. L’équipement collectif appartient à la commune. – Ο συλλογικός εξοπλισμός ανήκει στον δήμο.