μελέτη
- la étude => l’étude = η μελέτη
Exemples:
1. L’étude du dossier a pris du temps. – Η μελέτη του φακέλου πήρε χρόνο.
2. Elle poursuit une étude de médecine. – Συνεχίζει σπουδές ιατρικής.
3. L’étude de marché est claire. – Η μελέτη αγοράς είναι σαφής.
4. Une étude scientifique a été publiée. – Δημοσιεύτηκε επιστημονική μελέτη.
5. L’étude du piano demande de la discipline. – Η μελέτη του πιάνου απαιτεί πειθαρχία.
6. Il a une étude d’avocat. – Έχει δικηγορικό γραφείο.
7. L’étude du latin aide le français. – Η μελέτη των λατινικών βοηθά τα γαλλικά.
8. Elle a financé l’étude. – Χρηματοδότησε τη μελέτη.
9. L’étude d’impact est obligatoire. – Η μελέτη επιπτώσεων είναι υποχρεωτική.
10. Un bureau d’étude a été consulté. – Συμβουλεύτηκαν ένα μελετητικό γραφείο.
11. L’étude des oiseaux le passionne. – Η μελέτη των πουλιών τον παθιάζει.
12. Sans étude, le projet est risqué. – Χωρίς μελέτη, το έργο είναι ριψοκίνδυνο.
13. L’étude du soir se fait à la bibliothèque. – Η βραδινή μελέτη γίνεται στη βιβλιοθήκη.
14. Ils ont commandé une étude. – Παρήγγειλαν μια μελέτη.
15. Elle a abandonné l’étude trop tôt. – Παράτησε τη μελέτη πολύ νωρίς.
16. L’étude comparative révèle des écarts. – Η συγκριτική μελέτη αποκαλύπτει αποκλίσεις.
17. Un an d’étude à l’étranger l’a changée. – Ένας χρόνος σπουδών στο εξωτερικό την άλλαξε.
18. L’étude du terrain a commencé. – Η μελέτη πεδίου άρχισε.
19. Ils présentent l’étude demain. – Παρουσιάζουν τη μελέτη αύριο.
20. L’étude notariale se trouve en centre-ville. – Το συμβολαιογραφείο είναι στο κέντρο.
