Dictionnaire français - grec

bouche

στόμα

  • la bouche => το στόμα

Exemples:

1. La bouche est sèche après la course. – Το στόμα είναι στεγνό μετά τον αγώνα.
2. Elle s’est brûlé la bouche avec la soupe. – Κάηκε στο στόμα με τη σούπα.
3. La bouche du métro se trouve au coin. – Η είσοδος του μετρό είναι στη γωνία.
4. Il s’est couvert la bouche pour tousser. – Κάλυψε το στόμα του για να βήξει.
5. La bouche de l’enfant est pleine de chocolat. – Το στόμα του παιδιού είναι γεμάτο σοκολάτα.
6. Ouvre la bouche, s’il te plaît. – Άνοιξε το στόμα, σε παρακαλώ.
7. La bouche du volcan crache de la cendre. – Το στόμιο του ηφαιστείου φτύνει στάχτη.
8. Elle a un sourire jusqu’aux commissures de la bouche. – Έχει χαμόγελο ως τις άκρες του στόματος.
9. La bouche d’incendie est rouge. – Ο πυροσβεστικός κρουνός είναι κόκκινος.
10. Il n’a pas ouvert la bouche de la réunion. – Δεν άνοιξε το στόμα του στη διάρκεια της σύσκεψης.
11. Elle parle la bouche pleine. – Μιλά με γεμάτο στόμα.
12. La bouche du fleuve s’élargit. – Η εκβολή του ποταμού πλαταίνει.
13. Le dentiste a examiné sa bouche. – Ο οδοντίατρος εξέτασε το στόμα της.
14. La bouche se ferme sur un secret. – Το στόμα κλείνει πάνω σε ένα μυστικό.
15. Il a mis sa main sur sa bouche. – Έβαλε το χέρι στο στόμα του.
16. La bouche du tunnel est éclairée. – Το στόμιο του τούνελ είναι φωτισμένο.
17. Cette spécialité fond dans la bouche. – Αυτή η σπεσιαλιτέ λιώνει στο στόμα.
18. La bouche sèche est un effet du médicament. – Το στεγνό στόμα είναι παρενέργεια του φαρμάκου.
19. Elle a une petite bouche. – Έχει μικρό στόμα.
20. La bouche amère trahit sa déception. – Η πικρή γεύση στο στόμα προδίδει την απογοήτευσή του.