Dictionnaire français - grec

bourg

τόπος

  • le bourg => το χωριό

Exemples:

1. Le bourg s’éveille tôt. – Η κωμόπολη ξυπνάει νωρίς.
2. Elle habite un petit bourg. – Μένει σε μια μικρή κωμόπολη.
3. Le bourg a une place centrale. – Η κωμόπολη έχει κεντρική πλατεία.
4. Ils ont traversé le bourg en voiture. – Διέσχισαν την κωμόπολη με αυτοκίνητο.
5. Le bourg manque de commerces. – Στην κωμόπολη λείπουν καταστήματα.
6. Un marché anime le bourg le jeudi. – Μια αγορά ζωντανεύει την κωμόπολη την Πέμπτη.
7. Le bourg se niche dans la vallée. – Η κωμόπολη φωλιάζει στην κοιλάδα.
8. Elle a ouvert une épicerie dans le bourg. – Άνοιξε μπακάλικο στην κωμόπολη.
9. Le bourg a perdu des habitants. – Η κωμόπολη έχασε κατοίκους.
10. Sans école, le bourg se vide. – Χωρίς σχολείο, η κωμόπολη αδειάζει.
11. Le bourg voisin est plus grand. – Η γειτονική κωμόπολη είναι μεγαλύτερη.
12. Ils ont fêté la fête du bourg. – Γιόρτασαν τη γιορτή της κωμόπολης.
13. Le bourg a une église romane. – Η κωμόπολη έχει ρωμανική εκκλησία.
14. Elle connaît tout le monde dans le bourg. – Ξέρει τους πάντες στην κωμόπολη.
15. Le bourg s’étend le long de la rivière. – Η κωμόπολη απλώνεται κατά μήκος του ποταμού.
16. Un bus relie le bourg à la ville. – Ένα λεωφορείο συνδέει την κωμόπολη με την πόλη.
17. Le bourg a voté dimanche. – Η κωμόπολη ψήφισε την Κυριακή.
18. Ils ont restauré le cœur du bourg. – Αποκατέστησαν την καρδιά της κωμόπολης.
19. Le bourg sent le pain le matin. – Η κωμόπολη μυρίζει ψωμί το πρωί.
20. Elle a quitté le bourg à dix-huit ans. – Άφησε την κωμόπολη στα δεκαοκτώ.