Dictionnaire français - grec

forêt

δάσος

  • la forêt

Exemples:

1. La forêt commence derrière la ferme. – Το δάσος αρχίζει πίσω από το αγρόκτημα.
2. Elle s’est perdue dans la forêt. – Χάθηκε στο δάσος.
3. La forêt de pins sent bon. – Το πευκοδάσος μυρίζει ωραία.
4. Ils ont planté une forêt. – Φύτεψαν ένα δάσος.
5. La forêt amazonienne recule. – Το δάσος του Αμαζονίου υποχωρεί.
6. Un sentier traverse la forêt. – Ένα μονοπάτι διασχίζει το δάσος.
7. La forêt brûle cet été. – Το δάσος καίγεται φέτος το καλοκαίρι.
8. Elle aime marcher en forêt. – Της αρέσει να περπατά στο δάσος.
9. La forêt primaire est rare. – Το πρωτογενές δάσος είναι σπάνιο.
10. Sans forêt, le climat change. – Χωρίς δάσος, το κλίμα αλλάζει.
11. La forêt de Fontainebleau attire. – Το δάσος του Φοντενεμπλό προσελκύει.
12. Ils ont classé la forêt. – Κήρυξαν το δάσος προστατευόμενο.
13. La forêt domaniale est ouverte. – Το δημόσιο δάσος είναι ανοιχτό.
14. Un cerf traverse la forêt. – Ένα ελάφι διασχίζει το δάσος.
15. La forêt noire est un gâteau aussi. – Ο Μέλανας Δρυμός είναι και γλυκό.
16. Elle photographie la forêt à l’aube. – Φωτογραφίζει το δάσος την αυγή.
17. La forêt tropicale abrite des espèces. – Το τροπικό δάσος φιλοξενεί είδη.
18. Ils ont abattu trop de forêt. – Έκοψαν υπερβολικό δάσος.
19. La forêt se régénère lentement. – Το δάσος αναγεννιέται αργά.
20. Après la tempête, la forêt est blessée. – Μετά την καταιγίδα, το δάσος είναι πληγωμένο.