Dictionnaire français - grec

foyer

νοικοκυριό, σπίτι

  • le foyer

Exemples:

1. Le foyer s’est allumé. – Η εστία άναψε.
2. Elle a quitté le foyer familial. – Άφησε την οικογενειακή εστία.
3. Le foyer de l’incendie a été localisé. – Η εστία της φωτιάς εντοπίστηκε.
4. Ils ont fondé un foyer. – Ίδρυσαν νοικοκυριό.
5. Le foyer fiscal compte trois personnes. – Το φορολογικό νοικοκυριό μετρά τρία άτομα.
6. Un foyer d’infection a été signalé. – Σημειώθηκε εστία μόλυνσης.
7. Le foyer des étudiants est bruyant. – Η φοιτητική εστία είναι θορυβώδης.
8. Elle gère le foyer. – Διαχειρίζεται το νοικοκυριό.
9. Le foyer de culture accueille des spectacles. – Η πολιτιστική εστία φιλοξενεί παραστάσεις.
10. Sans foyer, l’hiver est dur. – Χωρίς εστία, ο χειμώνας είναι σκληρός.
11. Le foyer rural anime le village. – Η αγροτική εστία ζωντανεύει το χωριό.
12. Ils ont perdu leur foyer. – Έχασαν την εστία τους.
13. Le foyer de la révolte est à Lyon. – Η εστία της εξέγερσης είναι στη Λυών.
14. Une aide au foyer a été versée. – Καταβλήθηκε βοήθεια στο νοικοκυριό.
15. Le foyer d’accueil ouvre ses portes. – Η εστία υποδοχής ανοίγει τις πόρτες.
16. Elle est rentrée au foyer. – Γύρισε στην εστία.
17. Le foyer de la cheminée chauffe. – Η εστία του τζακιού ζεσταίνει.
18. Ils ont reconstruit le foyer. – Ξανάχτισαν την εστία.
19. Le foyer de travailleurs est plein. – Η εστία εργαζομένων είναι γεμάτη.
20. Après l’incendie, le foyer a disparu. – Μετά τη φωτιά, η εστία χάθηκε.