Dictionnaire français - grec

frère

αδελφός

  • le frère

Exemples:

1. Le frère de Marie habite Lyon. – Ο αδελφός της Μαρίας μένει στη Λυών.
2. Elle a un frère aîné. – Έχει έναν μεγαλύτερο αδελφό.
3. Le frère cadet joue au football. – Ο μικρότερος αδελφός παίζει ποδόσφαιρο.
4. Ils sont comme frère et sœur. – Είναι σαν αδελφός και αδελφή.
5. Le frère jumeau lui ressemble. – Ο δίδυμος αδελφός της μοιάζει.
6. Un frère d’armes l’a sauvé. – Ένας αδελφός στα όπλα τον έσωσε.
7. Le grand frère protège. – Ο μεγάλος αδελφός προστατεύει.
8. Elle a perdu son frère. – Έχασε τον αδελφό της.
9. Le frère lai travaille au jardin. – Ο λαϊκός αδελφός δουλεύει στον κήπο.
10. Sans son frère, elle se sent seule. – Χωρίς τον αδελφό της, νιώθει μόνη.
11. Le frère ennemi apparaît dans le mythe. – Ο αδελφός εχθρός εμφανίζεται στον μύθο.
12. Ils ont un frère commun. – Έχουν έναν κοινό αδελφό.
13. Le frère conscrit a quitté le régiment. – Ο στρατιώτης αδελφός άφησε το σύνταγμα.
14. Une lettre du frère est arrivée. – Ήρθε ένα γράμμα από τον αδελφό.
15. Le petit frère imite. – Ο μικρός αδελφός μιμείται.
16. Elle a téléphoné à son frère. – Τηλεφώνησε στον αδελφό της.
17. Le frère aîné reprend l’entreprise. – Ο μεγαλύτερος αδελφός αναλαμβάνει την επιχείρηση.
18. Ils ont baptisé le frère Paul. – Βάφτισαν τον αδελφό Παύλο.
19. Le frère de lait a grandi avec lui. – Ο αδελφός του γάλακτος μεγάλωσε μαζί του.
20. Après l’école, le frère rentre. – Μετά το σχολείο, ο αδελφός γυρίζει.