Dictionnaire français - grec

pouvoir

μπορώ


Exemples:

1. J’ai le pouvoir de prendre des décisions importantes. Έχω την εξουσία να λαμβάνω σημαντικές αποφάσεις.
2. Le pouvoir est entre les mains du peuple. Η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του λαού.
3. Il a le pouvoir de nous aider. Έχει την εξουσία να μας βοηθήσει.
4. Le pouvoir est un élément clé de la société. Η εξουσία είναι ένας βασικός παράγοντας της κοινωνίας.
5. Nous devons utiliser notre pouvoir pour chanter. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη δύναμή μας για να τραγουδήσουμε.
6. Le pouvoir de l’amour est incroyable. Η δύναμη της αγάπης είναι απίστευτη.
7. Il n’a pas le pouvoir de nous arrêter. Δεν έχει την εξουσία να μας σταματήσει.
8. Le pouvoir est corrompu. Η εξουσία είναι διεφθαρμένη.
9. Nous avons le pouvoir de choisir. Έχουμε την εξουσία να επιλέξουμε.
10. Le pouvoir est entre les mains des politiciens. Η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των πολιτικών.
11. J’ai perdu mon pouvoir d’achat. Έχασα τη покупατική μου δύναμη.
12. Le pouvoir est un outil puissant. Η εξουσία είναι ένα ισχυρό εργαλείο.
13. Il utilise son pouvoir pour nous manipuler. Χρησιμοποιεί την εξουσία του για να μας χειρίζεται.
14. Nous devons utiliser notre pouvoir pour aider les autres. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη δύναμή μας για να βοηθήσουμε τους άλλους.
15. Le pouvoir est un élément komplex de la vie. Η εξουσία είναι ένας σύνθετος παράγοντας της ζωής.
16. J’ai le pouvoir de décider de mon avenir. Έχω την εξουσία να αποφασίσω για το μέλλον μου.
17. Le pouvoir est nécessaire pour le succès. Η εξουσία είναι απαραίτητη για την επιτυχία.
18. Il n’a pas le pouvoir de prendre des décisions. Δεν έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις.
19. Nous avons le pouvoir de pardonner. Έχουμε την εξουσία να συγχωρ/]emos.
20. Le pouvoir est un don précieux. Η εξουσία είναι ένα πολύτιμο δώρο.