φοιτήτρια
- la étudiante => l’étudiante = η φοιτήτρια
Exemples:
1. L’étudiante révise pour l’examen. – Η φοιτήτρια επαναλαμβάνει για την εξέταση.
2. Elle est étudiante en droit. – Είναι φοιτήτρια νομικής.
3. L’étudiante a obtenu une bourse. – Η φοιτήτρια πήρε υποτροφία.
4. Une étudiante étrangère s’est inscrite. – Μια ξένη φοιτήτρια γράφτηκε.
5. L’étudiante travaille le week-end. – Η φοιτήτρια δουλεύει το σαββατοκύριακο.
6. Elle aide une étudiante en difficulté. – Βοηθά μια φοιτήτρια που δυσκολεύεται.
7. L’étudiante loge en résidence. – Η φοιτήτρια μένει σε εστία.
8. L’étudiante en médecine passe des gardes. – Η φοιτήτρια ιατρικής κάνει εφημερίες.
9. Ils ont accueilli l’étudiante. – Υποδέχθηκαν τη φοιτήτρια.
10. L’étudiante a rendu son mémoire. – Η φοιτήτρια παρέδωσε τη διατριβή της.
11. L’étudiante Erasmus arrive en septembre. – Η φοιτήτρια Erasmus έρχεται τον Σεπτέμβριο.
12. Elle a été étudiante à Lyon. – Ήταν φοιτήτρια στη Λυών.
13. L’étudiante a un emploi du temps chargé. – Η φοιτήτρια έχει φορτωμένο πρόγραμμα.
14. Une ancienne étudiante est revenue enseigner. – Μια πρώην φοιτήτρια γύρισε να διδάξει.
15. L’étudiante proteste contre les frais. – Η φοιτήτρια διαμαρτύρεται για τα δίδακτρα.
16. Ils ont élu une représentante étudiante. – Εξέλεξαν μια φοιτήτρια εκπρόσωπο.
17. L’étudiante a réussi avec mention. – Η φοιτήτρια πέρασε με άριστα.
18. Sans l’étudiante, le groupe est incomplet. – Χωρίς τη φοιτήτρια, η ομάδα είναι ατελής.
19. L’étudiante a oublié sa carte. – Η φοιτήτρια ξέχασε την κάρτα της.
20. Après le diplôme, l’étudiante cherche un emploi. – Μετά το δίπλωμα, η φοιτήτρια ψάχνει δουλειά.
