Dictionnaire français - grec

fleur

λουλούδι

  • la fleur = το λουλούδι

Exemples:

1. La fleur du jardin sent bon. – Το λουλούδι του κήπου μυρίζει ωραία.
2. Elle a cueilli une fleur. – Έκοψε ένα λουλούδι.
3. La fleur de lis orne le blason. – Ο κρίνος στολίζει το οικόσημο.
4. Il a offert une fleur. – Πρόσφερε ένα λουλούδι.
5. La fleur de sel relève le plat. – Η ανθός αλατιού νοστιμίζει το πιάτο.
6. Une fleur sauvage pousse au bord du chemin. – Ένα αγριολούλουδο φυτρώνει στην άκρη του μονοπατιού.
7. La fleur a fané. – Το λουλούδι μαράθηκε.
8. Elle porte une fleur à la boutonnière. – Φοράει ένα λουλούδι στη κουμπότρυπα.
9. La fleur de l’âge désigne la jeunesse. – Το άνθος της ηλικίας δηλώνει τη νεότητα.
10. Sans fleur, le bouquet n’existe pas. – Χωρίς λουλούδι, το μπουκέτο δεν υπάρχει.
11. La fleur du pommier annonce le printemps. – Το άνθος της μηλιάς αναγγέλλει την άνοιξη.
12. Ils ont planté une fleur. – Φύτεψαν ένα λουλούδι.
13. La fleur artificielle ne sent rien. – Το τεχνητό λουλούδι δεν μυρίζει.
14. Une fleur rare orne la serre. – Ένα σπάνιο λουλούδι στολίζει το θερμοκήπιο.
15. La fleur de farine nappe le plan de travail. – Το ανθός αλευριού σκεπάζει τον πάγκο.
16. Elle aime chaque fleur du marché. – Αγαπά κάθε λουλούδι της αγοράς.
17. La fleur du discours a ému. – Το άνθος του λόγου συγκίνησε.
18. Ils ont arrosé la fleur. – Πότισαν το λουλούδι.
19. La fleur se ferme la nuit. – Το λουλούδι κλείνει τη νύχτα.
20. Après la fleur, vient le fruit. – Μετά το άνθος, έρχεται ο καρπός.