Dictionnaire français - grec

fonction publique

δημόσια υπηρεσία

  • la fonction publique

Exemples:

1. La fonction publique recrute cette année. – Η δημόσια υπηρεσία προσλαμβάνει φέτος.
2. Elle a intégré la fonction publique. – Μπήκε στη δημόσια υπηρεσία.
3. La fonction publique territoriale a ses règles. – Η τοπική δημόσια υπηρεσία έχει τους κανόνες της.
4. Il a quitté la fonction publique. – Άφησε τη δημόσια υπηρεσία.
5. La fonction publique d’État emploie des millions. – Η κρατική δημόσια υπηρεσία απασχολεί εκατομμύρια.
6. Une réforme de la fonction publique a été votée. – Ψηφίστηκε μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας.
7. La fonction publique hospitalière manque de personnel. – Η νοσοκομειακή δημόσια υπηρεσία δεν έχει προσωπικό.
8. Elle défend la fonction publique. – Υπερασπίζεται τη δημόσια υπηρεσία.
9. La fonction publique a un devoir de neutralité. – Η δημόσια υπηρεσία έχει καθήκον ουδετερότητας.
10. Sans fonction publique, l’État vacille. – Χωρίς δημόσια υπηρεσία, το Κράτος κλονίζεται.
11. La fonction publique européenne a ses concours. – Η ευρωπαϊκή δημόσια υπηρεσία έχει τους διαγωνισμούς της.
12. Ils ont modernisé la fonction publique. – Εκσυγχρονίσαν τη δημόσια υπηρεσία.
13. La fonction publique accueille des contractuels. – Η δημόσια υπηρεσία υποδέχεται συμβασιούχους.
14. Un statut protège la fonction publique. – Ένα καθεστώς προστατεύει τη δημόσια υπηρεσία.
15. La fonction publique de proximité rassure. – Η δημόσια υπηρεσία εγγύτητας καθησυχάζει.
16. Elle a passé le concours de la fonction publique. – Πέρασε τον διαγωνισμό της δημόσιας υπηρεσίας.
17. La fonction publique a besoin de moyens. – Η δημόσια υπηρεσία χρειάζεται μέσα.
18. Ils ont quitté le privé pour la fonction publique. – Άφησαν τον ιδιωτικό τομέα για τη δημόσια υπηρεσία.
19. La fonction publique n’est pas un acquis. – Η δημόσια υπηρεσία δεν είναι δεδομένη.
20. Après vingt ans, elle connaît la fonction publique. – Μετά από είκοσι χρόνια, ξέρει τη δημόσια υπηρεσία.